Γράφει ο Πάνος Λιάκος

Φιλόλογος-Μεταφραστής-Ιστορικός του Κινηματογράφου

Έπειτα από την αναβολή της παράστασης της Παρασκευής, 31 Ιουλίου 2026, οι “Τρωάδες” του Ευριπίδη σε διασκευή και σκηνοθεσία της Ελένης Ευθυμίου, κατάφεραν να κάνουν την πρεμιέρα τους το Σάββατο, 01 Αυγούστου, στο αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου.

Το κοινό, αψηφώντας τις άστατες καιρικές συνθήκες και την αποπνικτική ατμόσφαιρα που δημιουργήθηκε αρκετές φορές κατά τη διάρκεια της βραδιάς εξαιτίας των φυσικών καταστροφών που έπληξαν για ένα ακόμη καλοκαίρι τη χώρα μας, συνάχθηκε στο ωραιότερο θέατρο του κόσμου σε μια ιστορική του στιγμή.

Για πρώτη φορά, με καθολική προσβασιμότητα (με την υποστήριξη της Alpha Bank), το αργολικό θέατρο άνοιξε τις πύλες του για την ισότιμη παρακολούθηση της παράστασης από όλους, ανεξαρτήτως αναπηρίας.

Και κάπως έτσι, όπως όλοι μαζί ως κοινότητες από αρχαιοτάτων χρόνων μετέχουμε στην ευωχία αλλά και το θρήνο, κάτω από έναν ουρανό που σαν να έφερνε τα αποκαΐδια από την άλωση του Ιλίου, συναχθήκαμε ν’ ακούσουμε τη θρηνητική κραυγή των γυναικών της Τροίας, και όλων όσοι αντικρύζουν το σώμα τους να γίνεται ένα λάφυρο στα χέρια του κατακτητή μετά τον όλεθρο του πολέμου. Γραμμένο το 415 π.Χ., το έργο του Ευριπίδη θα μπορούσε να διαβαστεί ως μια αλληγορία για τη σφαγή των Μηλίων που διέπραξαν οι Αθηναίοι και ενός συνολικού σχολίου απέναντι στον επεκτατισμό της Αθήνας, ενόψει και των προετοιμασιών της Σικελικής Εκστρατείας. Αντλώντας το υλικό του από τους επικούς κύκλους, ο Ευριπίδης επιλέγει συνειδητά να εστιάσει στην τύχη του γυναικείου σώματος, και τον συλλογικό θρήνο ως μοναδική καταφυγή και πηγή δύναμης εν μέσω καταστροφής, ενώ ταυτόχρονα η τύχη του μικρού Αστυάνακτα καθιστά την “ψυχή” του έργου διαχρονική σε κάθε περίοδο που οι γενοκτονίες και οι αλληλοσπαραγμοί τσακίζουν κι άλλο τη ράχη του πλανήτη μας.

Με ένα σκηνικό που παραπέμπει σε πόλη-φάντασμα μετά από σύγχρονο βομβαρδισμό, η παράσταση της Ελένης Ευθυμίου, εκκίνησε με την σκληρά ποιητική εικόνα των παιδιών να παίζουν ανάμεσα στα βρωμόνερα, μοιράζοντας ρόλους και ανύποπτα προς το παρόν για όσα επιβουλεύεται ο ελληνικός στρατός. Πολύ σύντομα, ο Έλληνας αγγελιαφόρος Ταλθύβιος, καταφτάνει ορίζοντας τη μοίρα των πρώτων γυναικών της Τροίας, και καταπνίγοντας κάθε αίσθημα δικαίου και συμπόνοιας απέναντι στους πιο αδύναμους πολίτες. Υπό αυτό το πρίσμα, η συνύπαρξη των κεντρικών πρωταγωνιστών του έργου με τους ανάπηρους/ες ηθοποιούς της ομάδας “Εν Δυνάμει” προσθέτει μια δραματουργικά καίρια ερμηνεία στο ευριπίδειο κείμενο με τις κορυφώσεις μελών του Χορού, όπως της Λωξάνδρας Λούκας να δημιουργούν στιγμές σπάνιας συγκίνησης και άρθρωσης ενός λόγου που αρνείται να οριοθετηθεί από τις συνθήκες του σώματός του.

Παράλληλα, είναι αδύνατο να μην υποκλιθεί κανείς μπροστά σε μια τόσο σπαρακτική ερμηνεία, όσο εκείνη της Λυδίας Φωτοπούλου ως Εκάβης. Με μια αφοπλιστική λιτότητα, και ένα σχεδόν αρχέγονο αίσθημα τρόμου μπροστά στην επικείμενη ολοκληρωτική καταστροφή, αναδύεται πότε ως τσακισμένη βασίλισσα, πότε ως μια μητέρα που οφείλει να προστατεύσει τον λαό της, και άλλοτε πάλι ως μπροστάρισσα στον ομαδικό θρήνο, προτού εντυπωθεί στη μνήμη μας ως κορυφαία τραγική φυσιογνωμία, πάνω από το σώμα του Αστυάνακτα. Είναι δύσκολο να αποσυνθέσει κανείς τα χαρακτηριστικά μιας τέτοιας ερμηνείας, αφού απαρτίζεται από τα καλύτερα υλικά μιας ολόκληρης διαδρομής της μεγάλης ηθοποιού επάνω στο σανίδι. Οπωσδήποτε εντυπωσιάζει η κινησιολογική προσέγγιση στην περίπτωση της Κασσάνδρας, που είναι εκείνη που προλέγει και όλα όσα θα συμβούν στον Οδυσσέα-στο ρόλο η Νάνσυ Σιδέρη – ενώ η ποιητική μετάφραση του Γιάννη Τσαρούχη αναδεικνύεται απόλυτα κατά τον ύστατο αποχαιρετισμό της Ανδρομάχης (και εκεί, μέσω της ερμηνείας της Εύης Σαουλίδου, πραγματικά δεν έπεφτε ούτε καρφίτσα στο αρχαίο θέατρο) με τον Αστυάνακτα.

Παρά τη σύγχρονη προσέγγιση του ανεβάσματος, εν τούτοις οι επιλογές της Ελένης Ευθυμίου υπήρξαν στοχευμένες και κινήθηκαν εκτός της περιοχής του εύκολου εντυπωσιασμού. Σε μια πιθανή ερμηνεία της επάνω στο πώς οι Τρωάδες αντιλαμβάνονταν τον Έλληνα ως εχθρό, η Ευθυμίου καταφεύγει στο να αναδείξει εκείνο που η Χάνα Άρεντ όριζε ως “μπαναλιτέ του κακού”. Αυτή η προσέγγιση πετυχαίνει τα μάλα στην περίπτωση του Ταλθύβιου, όπου ο Αργύρης Ξάφης μάς τραβάει αρχικά-όπως συνηθίζει- άγρια μέσα στην ψυχοσύνθεση του ρόλου του, αφήνοντάς μας κατόπιν να εντοπίσουμε εμείς τις στρώσεις που του έχει επιφυλάξει ο Ευριπίδης (με κορυφή τον μονόλογο “Πόλεμε, πώς; Πώς μπαίνεις μέσα στον άνθρωπο; Τρυπώνεις σαν το φίδι ύπουλα..”). Παρόλα αυτά, στην περίπτωση του Μενελάου, όπως αποδίδεται από το Γιώργο Χριστοδούλου, δεν έλειψε κάποτε μια υπερβολική υπογράμμιση αυτής ακριβώς της κοινοτοπίας του πατριαρχικού μοντέλου. Ευχάριστη έκπληξη για τα αυτιά των θεατών, από την άλλη, αποδείχθηκε η επιλογή της Βασιλικής Τρουφάκου ως Ελένης- δεν έχασε πουθενά τον τόνο της και την ευθραυστότητα προς την οποία κορυφώνεται η παρουσία της στο έργο του Ευριπίδη.

Με μια “μαρκοπουλικών” αποχρώσεων μουσική ενορχήστρωση από το Λευτέρη Βενιάδη, ετούτη η παράσταση των “Τρωάδων” χαράχθηκε στη μνήμη του θεατή και ανέδειξε το γυναικείο ή και τραυματισμένο σώμα ως φορέα μιας επαναστατικής κραυγής που ολολύζει στους αιώνες λόγια ενάντια του πολέμου.

Share This Story, Choose Your Platform!