Γράφει η Μάργκαρετ Γουέσελινκ

Θεατρική Συγγραφέας

[email protected]

Όλο και συχνότερα φεύγω από το θέατρο αναρωτώμενη γιατί αναγνωρίζω τόσο λίγους από τους ανθρώπους που βλέπω στη σκηνή. Αφήνοντας κατά μέρος την ποιότητα των ίδιων των παραστάσεων, της υποκριτικής και της σκηνοθεσίας –που συχνά είναι εξαιρετικές–με στοιχειώνει όλο και περισσότερο η διαπίστωση ότι οι άντρες και οι γυναίκες παρουσιάζονται συχνά μέσα από ορισμένα στερεότυπα. Αυτά τα έργα τέχνης ενίοτε διατείνονται ότι παίρνουν το μέρος των γυναικών, ότι δηλαδή υποστηρίζουν τη φεμινιστική θέση πως οι γυναίκες πρέπει να είναι ίσες με τους άντρες, στον χώρο εργασίας, στο σπίτι και σε κάθε πτυχή της ζωής. Αναρωτιέμαι, ωστόσο, μήπως βασίζονται σε ορισμένες παραδοχές για τους άντρες και τις γυναίκες που αποκλείουν μια πιο ισορροπημένη θεώρηση του ζητήματος, επαναλαμβάνοντας και ενισχύοντας έτσι μισογυνιστικές αντιλήψεις και εγγράφοντάς τες εκ νέου στον ίδιο τον πολιτισμό που ισχυρίζονται ότι περιγράφουν.

Ας δώσω μερικά παραδείγματα. Το έργο «Girls and Boys» του Dennis Kelly [Θέατρο 104, 2022] παρουσιάζει μια οικογένεια. Όλους τους χαρακτήρες τούς γνωρίζουμε μέσα από τον μονόλογο της γυναίκας πρωταγωνίστριας. Η πρωταγωνίστρια απευθύνεται άμεσα στο κοινό, όμως ο λόγος της διακόπτεται από τις αλληλεπιδράσεις της με τα παιδιά της, τα οποία δεν εμφανίζονται ποτέ στη σκηνή αλλά τα φαντάζεται η ίδια. Έτσι γνωρίζουμε τέσσερις χαρακτήρες της ίδιας οικογένειας: μια μητέρα, μια κόρη, έναν πατέρα κι έναν γιο. Η μητέρα προέρχεται από φτωχό περιβάλλον και έχει κάνει μια επιτυχημένη καριέρα ως παραγωγός στον κινηματογράφο. Ο πατέρας, επιχειρηματίας, αρχικά στηρίζει τη γυναίκα του στη ζωή, αργότερα όμως, όταν εκείνη σημειώνει μεγαλύτερη επαγγελματική επιτυχία από τον ίδιο, τη ζηλεύει και σκοτώνει τα παιδιά. Η κόρη επιλέγει παιχνίδια που αναπτύσσουν τη δημιουργικότητά της, ενώ τα παιχνίδια του γιου φανερώνουν μια βίαιη φαντασία. Η πρωταγωνίστρια είναι μια καλή μητέρα, με κατανόηση, δίκαιη και τρυφερή. Έτσι, η μητέρα και η κόρη παρουσιάζονται ως μη βίαιες, ενώ ο πατέρας και ο γιος ως βίαιοι. Είτε αυτό αντανακλά την οπτική της πρωταγωνίστριας είτε αποτελεί το ίδιο το θέμα του έργου, το αποτέλεσμα είναι ότι οι χαρακτήρες χωρίζονται σε καλούς και κακούς, και μάλιστα με βάση το φύλο.

Δεν πιστεύω απόλυτα αυτή την πρωταγωνίστρια, με την άνοδό της από τη φτώχεια στην επιτυχία και τη σχεδόν υποδειγματική σχέση της με τα παιδιά της· ούτε πιστεύω απόλυτα τον σύζυγό της, με την κάθοδό του από την υποστηρικτική καλοσύνη στη βίαιη ζήλια· και η συμπεριφορά των παιδιών μού φαίνεται επίσης κάπως υπερβολική. Όλα αυτά, όμως, είναι θεμιτά σε ένα έργο τέχνης, το οποίο άλλωστε δεν είναι υποχρεωμένο να αποτελεί μια απλή, ρεαλιστική αντανάκλαση της πραγματικότητας. Αυτό που με ενοχλεί είναι ότι άντρες και γυναίκες μπορούν να στριμωχτούν μέσα σε τέτοιους τύπους, και ακόμη περισσότερο με ενοχλεί η υπόνοια ότι η βία αποτελεί κατά κάποιον τρόπο εγγενές στοιχείο της ανδρικής φύσης. Το τέλος είναι ρητά διδακτικό, υπογραμμίζει το ηθικό δίδαγμα και απειλεί να μετατρέψει το έργο σε ιδεολογικό επιχείρημα.

Στη χοροθεατρική παράσταση «Mami» [του Mario Banushi, Στέγη Ιδρύματος Ωνάση, 2022–2025], ένας άντρας και μια γυναίκα παντρεύονται. Στη συνέχεια ο άντρας συνάπτει ερωτική σχέση με έναν άλλον άντρα και αφήνει τη γυναίκα και τη μητέρα της να κάνουν όλες τις δουλειές του σπιτιού και να φροντίζουν τα παιδιά. Ο ίδιος, ωστόσο, φροντίζει κάποιες φορές τη δική του μητέρα, η οποία πάσχει από άνοια. Έφυγα από το θέατρο μελαγχολική. Μα τι βαρετή ζωή για τις γυναίκες! Υπάρχει και μια τρίτη γυναικεία μορφή στην παράσταση, η οποία όμως κόβει βόλτες γύρω από τη σκηνή με ένα ποδήλατο, φαινομενικά χωρίς σκοπό και χωρίς ανθρώπινη σύνδεση. Η παράσταση αφήνει ελάχιστο χώρο για να φανταστούμε τις γυναίκες ως υποκείμενα της επιθυμίας και όχι απλώς ως εκείνες που εγκαταλείπονται από την ανδρική επιθυμία. Από τις πολλές, εξαιρετικά δημιουργημένες και επίμονα διατηρημένες εικόνες της παράστασης, δύο έχουν μείνει στο μυαλό μου: μια γυναίκα που προσπαθεί να πνιγεί μέσα σε μια ποτίστρα και μια άλλη που κάνει ασταμάτητα κύκλους με ένα ποδήλατο.

Γιατί με ενοχλεί τόσο πολύ αυτό το μοτίβο; Υποθέτω για δύο λόγους. Ο ένας είναι ότι δυσκολεύομαι να βρω άλλου είδους ιστορίες και το επίμονα αρνητικό μήνυμα με καταθλίβει. Ο άλλος, όμως, είναι ότι ξυπνά μέσα μου ένα αίσθημα ανυπομονησίας και δυσπιστίας. Μου λείπει η σπίθα που αισθάνομαι μέσα μου και σε όλους τους ανθρώπους γύρω μου.

Δεν βλέπω στη σκηνή τις γυναίκες και τους άντρες που γνωρίζω.

Το έργο «Οι γριές που μαζεύουν την τσουκνίδα» [του Κωνσταντίνου Ντέλλας, Θέατρο Σταθμός, 2024–2026] αφηγείται τις ιστορίες ηλικιωμένων Ελληνίδων της εργατικής τάξης. Οι χοροί είναι όμορφοι. Ήταν ιδιαίτερα συγκινητικό να βλέπει κανείς τις χειρονομίες και τις στάσεις των ανθρώπων του μόχθου ενσωματωμένες στον χορό. Όμως οι ιστορίες είναι όλες αρνητικές, χωρίς ούτε μια αναλαμπή φωτός ή χιούμορ. Και δεν κατάλαβα γιατί όλους τους χαρακτήρες τούς υποδύονται έφηβα αγόρια. Δεν είναι ικανές οι μεγαλύτερες γυναίκες να αφηγηθούν οι ίδιες τις ιστορίες μας; Τι θα έλεγαν η μητέρα μου και η πεθερά μου; Θα είχαν πολλά να πουν. Έφυγα από το θέατρο λυπημένη.

Στο έργο «Το Γεύμα» [της Λείας Βιτάλη, Στούντιο Μαυρομιχάλη, Νοέμβριος 2024], το κοινό παρακολουθεί μια γυναίκα να βιάζεται και να δολοφονείται επί σκηνής, στη διάρκεια ενός δείπνου. Έμεινα να αναρωτιέμαι αν είχα δει την απεικόνιση αυθεντικών συναισθημάτων και ανθρώπινων σχέσεων ή αν είχα παρακολουθήσει πορνογραφία. Για να είμαι σαφής, δεν σοκαρίστηκα. Λίγα πράγματα με σοκάρουν. Έχω δει σεξουαλικές πράξεις επί σκηνής. Και λοιπόν; Απλώς το ίδιο το έργο με έκανε να αναρωτηθώ αν το κίνητρο πίσω από το θέαμα ήταν η διερεύνηση ή η καθαρή ψυχαγωγία. Βάζοντας μπροστά στα μάτια του κοινού μια ακραία πράξη βίας, οι δημιουργοί του έργου καλούν τους θεατές να σκεφτούν ένα κοινωνικό πρόβλημα ή απευθύνονται στην αιμοδιψία τους και στην επιθυμία τους να γίνουν μάρτυρες της σκληρότητας;

Από την άλλη πλευρά, το έργο «Η ιστορία της Μαρί Κιουρί» [Θέατρο Αποθήκη, Αθήνα, Οκτώβριος 2022] δεν περιείχε κανένα από αυτά τα στερεότυπα. Εδώ είδα μια γυναίκα που μπορούσα να αναγνωρίσω: μια γυναίκα με συγκεκριμένα όνειρα και μια συγκεκριμένη ενέργεια, η οποία συναντά αντίσταση και αγωνίζεται εναντίον της. Έχει έναν πολύ ιδιαίτερο, ιδιοσυγκρασιακό χαρακτήρα που αναπτύσσεται με τους δικούς του όρους. Το έργο είναι ένας μονόλογος με τη φωνή της Κιουρί, βασισμένος σε μια βιογραφία που έγραψε η κόρη της· υπάρχουν και άλλοι χαρακτήρες, αλλά δεν μιλούν και χρησιμεύουν κυρίως για να αποδώσουν τις αλληλεπιδράσεις της μαζί τους. Το έργο παρουσιάζει τον αγώνα της Κιουρί απέναντι σε μια μισογυνιστική, πατριαρχική ιδεολογία – όχι απέναντι στη φύση των αντρών.

Κάποια έργα με κάνουν να συλλογίζομαι πολλά πράγματα. Η «Καραϊσκάκενα, ο Θρύλος» [της Σοφίας Καψούρου, Θέατρο Βολτ, 2022], ένας μονόλογος με τη φωνή της μητέρας του ήρωα της Επανάστασης Γεωργίου Καραΐσκάκη, υποδεικνύει παραλληλισμούς και σημεία επιρροής ανάμεσα στη δική της κατάσταση και τις πράξεις της, από τη μια, και στον χαρακτήρα του επαναστάτη ήρωα, από την άλλη· παράλληλα, κάνει μια ενδιαφέρουσα σύγκριση ανάμεσα στη γλώσσα [εκφράσεις] και τις αντιλήψεις της και σε εκείνες των σημερινών φιλάθλων στο στάδιο που φέρει το όνομα του Καραϊσκάκη. Αυτές οι υποδείξεις ιστορικής και κοινωνικής συνέχειας, διαθλασμένες μέσα από το πρίσμα της γλώσσας, προσθέτουν βάθος στην αφήγηση χωρίς να την περιορίζουν. Και εδώ δίνεται έμφαση στις επίκτητες αντιλήψεις και στην ιστορική αιτιότητα, όμως οι χαρακτήρες συμμετέχουν ενεργά στη διαμόρφωση της μοίρας τους. Και σε αυτό το έργο ένιωσα την ηδονή της αναγνώρισης που περιγράφει ο Αριστοτέλης στην «Ποιητική» (κεφάλαιο IV), και που αποτελεί μία από τις εντονότερες απολαύσεις της τέχνης: την απόλαυση να βλέπεις στη σκηνή έναν χαρακτήρα που μοιάζει με ανθρώπους που έχεις συναντήσει στη ζωή σου και να τους καταλαβαίνεις έτσι λίγο καλύτερα – την απόλαυση, εντέλει, της μάθησης.

Γνωρίζω πολύ καλά ότι ζούμε σε μια εποχή όπου οι γυναίκες αντιμετωπίζουν μεγάλες δυσκολίες. Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας εκτιμά ότι, σε παγκόσμιο επίπεδο, σχεδόν μία στις τρεις γυναίκες έχει υποστεί βία, είτε από σύντροφο είτε από κάποιον άλλον. Το ποσοστό αυτό είναι πολύ υψηλό και δεν έχει αλλάξει σημαντικά τα τελευταία είκοσι χρόνια.[1]  Όπου κι αν πάει μια γυναίκα, υπολογίζει: πώς θα φτάσω εκεί, τι θα φορέσω, τι θα πω και πώς θα το πω για να είμαι ασφαλής; Αυτοί οι υπολογισμοί είναι εξαιρετικά περιοριστικοί. Μπορώ, όμως, να φανταστώ έναν διαφορετικό κόσμο.

Εδώ και πολλά χρόνια θεωρώ τον εαυτό μου φεμινίστρια, όχι επειδή πιστεύω ότι οι γυναίκες είναι κατά κάποιον τρόπο εγγενώς ή από τη φύση τους καλύτερες από τους άντρες, αλλά επειδή τυχαίνει να είμαι γυναίκα και πιστεύω ότι είναι υγιές να υπερασπίζεται κανείς αυτό που είναι. Προσπάθησα να ζήσω τη ζωή μου σαν να ήμουν ίση με έναν άντρα: σωματικά, διανοητικά, ως προς τις επαγγελματικές μου φιλοδοξίες και ως προς τις ευθύνες που αναλαμβάνω και τον τρόπο με τον οποίο ανταποκρίνομαι σε αυτές. «Τα αγόρια και τα κορίτσια είναι ακριβώς το ίδιο», μου έλεγαν οι δάσκαλοί μου στο δημοτικό τη δεκαετία του 1970, κι εγώ τους πίστεψα. Ζώντας με αυτόν τον τρόπο, συνάντησα, φυσικά, εμπόδια και διαπίστωσα ότι, από πολλές απόψεις, η κοινωνία δεν αντιμετωπίζει ισότιμα τους άντρες και τις γυναίκες. Θεωρώ, ωστόσο, ότι η ανισότητά μας αποτελεί κοινωνικό πρόβλημα επίκτητων αντιλήψεων και όχι κάτι που καθορίζεται από τη γενετική.

Αναρωτιέμαι μήπως η τάση να αποδίδουμε τις πολλές κοινωνικές διαφορές ανάμεσα στους άντρες και τις γυναίκες αποκλειστικά σε κάτι που ενυπάρχει στη φύση μας, τελικά περιορίζει αντί να διευρύνει την κατανόησή μας για τη βία. Παρουσιάζοντας τις γυναίκες ως αποδέκτες της βίας και ποτέ ως φορείς της, το σύγχρονο θέατρο κινδυνεύει να αφήσει έξω από τη συζήτηση τη γυναικεία αυτενέργεια και την πραγματική δύναμη των γυναικών, τόσο τη σωματική όσο και την ψυχική, περιορίζοντας έτσι την αντίληψή μας για το τι σημαίνει να είσαι άνθρωπος, με όλο το φάσμα των δυνατοτήτων που ενυπάρχουν στο ανθρώπινο είδος.

Το φεμινιστικό κίνημα έχει να κοιτάξει πίσω του μορφές που κάθε άλλο παρά παθητικοί αποδέκτες υπήρξαν. Αντίθετα, ήταν περήφανες για τη δύναμή τους. Τα περίφημα λόγια της Sojourner Truth ισχύουν για πολλές γυναίκες σήμερα όσο ίσχυαν και πριν από 175 χρόνια:

«Μπορώ να πω δυο λόγια; Θέλω να πω δυο λόγια γι’ αυτό το ζήτημα.

Είμαι τα δικαιώματα της γυναίκας. Έχω τόση μυϊκή δύναμη όση κι οποιοσδήποτε άντρας και μπορώ να κάνω όση δουλειά μπορεί να κάνει οποιοσδήποτε άντρας. Έχω οργώσει και θερίσει και ξεφλουδίσει καλαμπόκι και κόψει ξύλα και κουρέψει χορτάρι, και μπορεί κανένας άντρας να κάνει περισσότερα; Έχω ακούσει πολλά για την ισότητα των φύλων· μπορώ να κουβαλήσω όσο κι οποιοσδήποτε άντρας και μπορώ να φάω άλλο τόσο, αν έχω να φάω. Είμαι τόσο δυνατή όσο οποιοσδήποτε άντρας υπάρχει σήμερα».

[από την καταγραφή του Marius Robinson, που δημοσιεύτηκε στις 21 Ιουνίου 1851 στην εφημερίδα The Anti-Slavery Bugle]

Η Sojourner Truth ήταν σωματικά δυνατή· ήταν όμως και ψυχικά δυνατή και, από ένα σημείο και μετά, αρνήθηκε να αφήσει τους άλλους να την εκμεταλλεύονται. Σε όλη της τη ζωή μιλούσε δημόσια ενάντια στις αντιλήψεις περί θηλυκότητας που θεωρούσαν τις γυναίκες πιο αδύναμες και πιο εκλεπτυσμένες από τους άντρες. Βλέπω γύρω μου ανθρώπους σαν τη Sojourner Truth. Το πρόβλημά μου είναι ότι δεν βλέπω πολλούς τέτοιους χαρακτήρες στη σκηνή. Και μου λείπουν. Άλλωστε, η τέχνη είναι στα καλύτερά της όταν διευρύνει την κατανόησή μας για τον άνθρωπο, αντί να τον περιορίζει σε κατηγορίες.

[1] “Violence against women” World Health Organization, 18 June 2026.

Share it!