Το έργο του εκσυγχρονισμού και της επέκτασης του παλαιού Αρχαιολογικού Μουσείου Σπάρτης μπαίνει με ταχείς ρυθμούς στη διαδικασία υλοποίησης,.

Η Υπουργός Πολιτισμού Λίνα Μενδώνη, δήλωσε: «Το Παλαιό Αρχαιολογικό Μουσείο της Σπάρτης, στο κέντρο της πόλης και σε άμεση σχέση με τον ιστορικό πολεοδομικό της ιστό, αποτελεί ένα εμβληματικό μνημείο, που συνδέεται με το όραμα της νεότερης Ελλάδας για την ανάδειξη της κληρονομιάς της Αρχαίας Σπάρτης. Ήταν το πρώτο Μουσείο εκτός Αθηνών που οικοδομήθηκε το 1874, σε σχέδια του Δανού αρχιτέκτονα Θεόφιλου Χάνσεν, φιλοξενώντας τα σπουδαία ευρήματα της Λακεδαίμονος. Τη σπουδαιότερη θέση ανάμεσά τους κατέχουν τα ευρήματα των μεγάλων ιερών της Σπάρτης. Οι εργασίες της αποκατάστασης και της υπόγειας επέκτασής του προχωρούν σύμφωνα με τον σχεδιασμό, υπό την εποπτεία των αρμόδιων υπηρεσιών του Υπουργείου Πολιτισμού, όπως διαπιστώσαμε και στην πρόσφατη αυτοψία μας. Η νέα αρχιτεκτονική προσέγγιση τριπλασιάζει σχεδόν τους ωφέλιμους χώρους. Προβλέπει τη δημιουργία δύο νέων υπόγειων αιθουσών, με τεχνητό φωτισμό, τη χωροθέτηση σύγχρονων υποστηρικτικών υποδομών και τη λειτουργική αναζωογόνηση του διατηρητέου περιβάλλοντος κήπου-γλυπτοθήκης. Με αυτόν τον τρόπο, απομακρύνονται όλες οι μεταγενέστερες αυθαίρετες επεμβάσεις, αναδεικνύοντας τον αυθεντικό μνημειακό χαρακτήρα του νεοκλασικού οικοδομήματος. Η νέα μόνιμη έκθεση ενισχύεται με διαδραστικά ψηφιακά μέσα, καθιστώντας το Παλαιό Μουσείο ένα σύγχρονο μουσείο, διεθνή πόλο έλξης, ανοικτό στην κοινωνία’’.

Το Αρχαιολογικό Μουσείο Σπάρτης σε ρομαντικό νεοκλασικό ύφος, έχει κεντρικό ιωνικό πρόπυλο και αρχικά δύο αίθουσες. Τα πρώτα χρόνια το προκήπιο παρέμεινε αδιαμόρφωτο, ενώ ο κήπος οργανώθηκε αργότερα. Κατά τη διάρκεια του 20ού αιώνα, το κτήριο γνώρισε διαδοχικές επεκτάσεις, ενώ το 1995 χαρακτηρίστηκε ιστορικό διατηρητέο μνημείο μαζί με τον περιβάλλοντα δημοτικό κήπο. Το έργο της αποκατάστασης και του εκσυγχρονισμού του υφιστάμενου κτηρίου του Αρχαιολογικού Μουσείου Σπάρτης στοχεύει στην αντιμετώπιση των εκτεταμένων φθορών και των λειτουργικών προβλημάτων, που παρουσιάζει σήμερα, καθώς και στην αναβάθμιση των υποδομών του και στη βελτίωση της συνολικής εμπειρίας των επισκεπτών. Η επέκταση οργανώνεται σε διακριτές κατηγορίες παρεμβάσεων που αφορούν στον περιβάλλοντα χώρο, στη λειτουργική οργάνωση, στις εκθεσιακές υποδομές και στις τεχνικές εγκαταστάσεις. Βασικοί στόχοι είναι η ανάδειξη του ιστορικού χαρακτήρα του κτηρίου, η αποκατάσταση της αρχικής μορφής και της λειτουργικής του διάταξης, η εξασφάλιση πλήρους προσβασιμότητας, η βελτίωση των συνθηκών φύλαξης και παρουσίασης των εκθεμάτων, η ενεργειακή αναβάθμιση του κελύφους και ο εκσυγχρονισμός των υποδομών του. 

Κεντρική σχεδιαστική αρχή αποτελεί η επέκταση του Μουσείου με τον μικρότερο δυνατό αντίκτυπο στο ιστορικό κτήριο. Για τον λόγο αυτό, οι νέοι χώροι αναπτύσσονται υπόγεια, περιμετρικά του υφιστάμενου κελύφους. Η επέκταση οργανώνεται μέσω ορθογώνιων αιθουσών, ίδιων με εκείνες του υφιστάμενου κτηρίου, εξασφαλίζοντας μορφολογική και λειτουργική συνέχεια. Η σύνδεση παλαιού και νέου τμήματος επιτυγχάνεται μέσω μιας διακριτικής γυάλινης εισόδου στην ανατολική όψη, η οποία λειτουργεί ως κόμβος υποδοχής και κυκλοφορίας, χωρίς να επηρεάζει την ανάγνωση του μνημείου. Παράλληλα, η απομάκρυνση μεταγενέστερων προσθηκών και αποθηκών συμβάλλει στην ανάδειξη της αρχικής μορφής του κτηρίου.

Η διαμόρφωση και η ανάδειξη της οδού Αγίου Νίκωνος θα ενισχύσει τη σύνδεση του Μουσείου με τον δημόσιο χώρο και την πόλη, ενώ η οροφή της επέκτασης θα διαμορφωθεί σε «κήπο γλυπτών», προσφέροντας τη δυνατότητα οργάνωσης υπαίθριας έκθεσης. Οι νέοι εκθεσιακοί χώροι αρχιτεκτονικά είναι λιτοί, αξιοποιώντας σύγχρονα υλικά, ενώ εξοπλίζονται με προηγμένα συστήματα φωτισμού, κλιματισμού και διαχείρισης περιβαλλοντικών συνθηκών για την προστασία και ανάδειξη των εκθεμάτων. Η λειτουργική οργάνωση περιλαμβάνει νέες εισόδους, πωλητήριο, χώρους προσωπικού και γραφείων, διαμορφώνοντας ένα σύγχρονο, προσβάσιμο και λειτουργικά αναβαθμισμένο μουσειακό συγκρότημα. Στον ημιώροφο αναπτύσσονται χώροι υγιεινής και εξυπηρέτησης κοινού, καθώς και σημείο θέασης προς την αίθουσα των μόνιμων εκθέσεων. Στο υπόγειο οργανώνονται δύο κύριες αίθουσες, μία για τις μόνιμες και μία για τις περιοδικές εκθέσεις και τα εκπαιδευτικά προγράμματα, ενώ στα άκρα του κτηρίου χωροθετούνται αποθήκες, χώροι ηλεκτρομηχανολογικών εγκαταστάσεων και έξοδοι διαφυγής, εξασφαλίζοντας την εύρυθμη λειτουργία και την ασφαλή εξυπηρέτηση του Μουσείου.

Η διαμόρφωση του περιβάλλοντος χώρου προβλέπει την αποκατάσταση και ενίσχυση του ιστορικού κήπου του Μουσείου, τη διατήρηση και συμπλήρωση του πρασίνου, αλλά και την αναβάθμιση του αστικού εξοπλισμού. Προβλέπονται η δημιουργία προσβάσιμης εισόδου για άτομα με αναπηρία. Επιπλέον, προβλέπεται η εγκατάσταση μικρής κλίμακας ανεξάρτητου περιπτέρου–καφέ εντός του κήπου για την εξυπηρέτηση των επισκεπτών.

 

Share This Story, Choose Your Platform!