
Με τον θάνατο της Μάρως Κοντού (1934-2026), ο ελληνικός κινηματογράφος θρηνεί άλλη μία μεγάλη απώλεια.
Γεννημένη και μεγαλωμένη στο Κουκάκι, με καταγωγή από τα Ψαρά, η εκθαμβωτική ηθοποιός σπούδασε στην Κρατική Σχολή Χορού. Η συμμετοχή της στον Χορό αρχαίων τραγωδιών του Εθνικού Θεάτρου άνοιξε τον δρόμο για μια λαμπρή σταδιοδρομία, η οποία κορυφώθηκε κατά τη «χρυσή εποχή του ελληνικού κινηματογράφου» (1958–1973). Σταδιακά καθιερώθηκε στη συνείδηση του κοινού ως ένα αστείρευτο ταλέντο, που δεν γνώριζε περιορισμούς ως προς τα είδη, τους ερμηνευτικούς τύπους ή τα μέσα έκφρασης.
To υποκριτικό της εύρος στην τέχνη που την καταξίωσε-εκείνη του κινηματογράφου- περιλάμβανε το φιλμ νουάρ (Ο Άνθρωπος του Τρένου-1958, Έγκλημα στο Κολωνάκι-1959, Έγκλημα στα Παρασκήνια-1960), το μπουλβάρ (Τα Κίτρινα Γάντια-1960, Ο Φίλος μου ο Λευτεράκης-1963), τα ηθογραφικά ψυχογραφήματα (Αλίμονο στους νέους-1961, Η δε γυνή να φοβήται τον άνδρα-1965, Οικογένεια Χωραφά-1968), την τραγωδία (Αντιγόνη-1961) αλλά και φάρσες του παραλόγου (με χαρακτηριστικότερη την εμφάνισή της στο Μια Ιταλίδα απ’ την Κυψέλη-1968).
Εκτός από τη συνάντησή της στη μεγάλη οθόνη και τη σκηνή με το Δημήτρη Χορν, αλησμόνητη θα μείνει η επί μακρόν συνεργασία της με τον κωμικό ηθοποιό Λάμπρο Κωνσταντάρα. Αυτή η καλλιτεχνική ζύμωση αλλά και φιλία προσέφερε στο κοινό 13 ταινίες, με τις πιο χαρακτηριστικές (Ο Στρίγγλος που έγινε αρνάκι-1968, Καπετάν φάντης μπαστούνι-1968, Κρίμα το μπόι σου-1970, Της Ζήλειας τα Καμώματα-1971, Ο Λαμπρούκος μπαλλαντέρ-1981) να προβάλλονται σε επανάληψη αδιαλείπτως από τη δημόσια και ιδιωτική τηλεόραση.
Στην πραγματικότητα, η Μάρω Κοντού, έλαβε μέρος σε τουλάχιστον 90 θεατρικά έργα και 60 κινηματογραφικές ταινίες, ενώ το τελευταίο διάστημα μία νέα γενιά θεατών τη θαύμασε μέσα από τη συμμετοχή της στην επιτυχημένη καθημερινή δραματική τηλεοπτική σειρά “Η Γη της Ελιάς”.
Με τον Γιώργο Κωνσταντίνου, συμπρωταγωνιστή της στην αριστουργηματική ταινία του Γιώργου Τζαβέλλα, Η δε γυνή να φοβήται τον άνδρα, διατήρησε επίσης μία φιλία ζωής ενώ η κοινή τους παρουσία ως “Ελενίτσα” και “Αντωνάκης” στην ταινία του Χριστόφορου Παπακαλιάτη Αν…-2012, αποτελεί μία από τις πιο συγκινητικές επανενώσεις του νεότερου εμπορικού κινηματογράφου.
Πάντοτε αειθαλής και πολυπράγμων, η Μαριάνθη (όπως ήταν το βαφτιστικό της όνομα) Κοντού, ασχολήθηκε επίσης με τα κοινά αφού διετέλεσε δημοτική Σύμβουλος Αθηνών (1994-2002) και βουλευτής στην Α’ Περιφέρεια Αθηνών με τη Νέα Δημοκρατία. Η αρχική της θητεία ήταν από τις 29 Ιουλίου 1999, μέχρι και τον Απρίλιο του 2000. Ορκίστηκε για τρίτη φορά στο βουλευτικό θώκο τον Ιανουάριο του 2007, ως πρώτη επιλαχούσα των εκλογών του 2004, λόγω της παραίτησης του Νικήτα Κακλαμάνη, ο οποίος έθετε εκείνη την περίοδο υποψηφιότητα για τη θέση του Δημάρχου Αθηναίων.
Υπήρξε Πρόεδρος του Δημοτικού Ραδιοφωνικού Σταθμού Αθήνα 9.84 (1995 – 2002), ενώ σημαντικότατο κρίνεται το έργο της ως Προέδρου του κέντρου βρεφών “ΜΗΤΕΡΑ” (2004 – 2006).
Τα φώτα της σκηνής έσβησαν. Κι όμως, κάθε φορά που θα στρέφουμε το βλέμμα προς τ’ αστέρια, θαρρείς πως θα ακούμε εκείνη την ξακουστή «Μαύρη Φορντ» να διασχίζει τον νυχτερινό ουρανό…
6+1 Κινηματογραφικοί Σταθμοί
Ο Άνθρωπος του Τρένου (1958)
Πρώτη σημαντική κινηματογραφική εμφάνιση για τη Μάρω Κοντού, δίπλα στην Άννα Συνοδινού, μια από τις πλέον θρυλικές τραγωδούς του νεοελληνικού θεάτρου. Βασισμένη στο ομώνυμο έργο του Γιάννη Μαρή, η ταινία του Ντίνου Δημόπουλου παίζει με τους κανόνες του νουάρ σε ελληνικό έδαφος, θυμίζοντας κάτι από τις καλύτερες στιγμές του Άλφρεντ Χίτσκοκ. Όσο για την πρώτη ατάκα του φιλμ, που εκστομίζει η Άννα Συνοδινού ως Μαντώ για τις χορευτικές ικανότητες της Τζένης (Μάρω Κοντού): “Χορεύει περίφημα αυτή η κυρία!”

Η Μάρω Κοντού (πρώτη από αριστερά) στον “Άνθρωπο του Τρένου”
Τα Κίτρινα Γάντια (1960)
Μία από τις πιο ξεκαρδιστικές κωμωδίες του διδύμου Αλέκος Σακελλάριος-Χρήστος Γιαννακόπουλος, που μοιάζει να επικοινωνεί ευθέως με το σύμπαν του Ζωρζ Φεϋντό. Γρήγοροι διάλογοι, λαϊκοί χαρακτήρες, η περίφημη σκηνή με την “πορτοκαλάδα” (μάθημα διαλόγου κωμωδίας ανάμεσα στους Γιάννη Γκιωνάκη και Νίκο Σταυρίδη), και φυσικά η παρουσία της Μάρως Κοντού ως κομψής συζύγου που προσπαθεί να πείσει τον αθεράπευτα ζηλιάρη συμβίο της για την προτίμηση στο πρόσωπό του, όσο εκείνος κρυφοκοιτάζει σε κάθε γωνία του δρόμου του σπιτιού τους για πιθανούς μυστακιοφόρους μνηστήρες της.

Η Μάρω Κοντού ως κομψή σύζυγος στα Κίτρινα Γάντια (1960)
Αλλοίμονο στους νέους (1961)
Μία νεοελληνική απόδοση του μύθου του Φάουστ με πρωταγωνιστή τον θρυλικό Δημήτρη Χορν (εδώ στην τελευταία του κινηματογραφική εμφάνιση), ο οποίος θα αναμετρηθεί ως “αναγεννημένος” Ανδρέας με τον Αγησίλαο (με τη μορφή του επίσης μεγάλου θιασάρχη της εποχής Σπύρου Μουσούρη) για τα μάτια της Ρίτας (Μάρω Κοντού). Οι Σακελλάριος-Γιαννακόπουλος, μία δεκαετία πριν από τις παρωδίες του Μελ Μπρουκς, δείχνουν τον δρόμο σχετικά με το πώς επαναπροσδιορίζεις έναν μύθο μέσα από το κωμικό είδος, ενώ η μουσική του Μάνου Χατζιδάκι χαρίζει στην ταινία την αθανασία. Το βαλσάκι του Χορν με την Κοντού, και το τραγούδι “Πες μου μια λέξη/αυτή τη μόνη λέξη…” θα μπορούσαν να συνοψίζουν μέσα σε τρία λεπτά το κινηματογραφικό κλίμα μιας ολόκληρης εποχής.

Δημήτρης Χορν, Μάρω Κοντού και Σπύρος Μουσούρης στην ταινία “Αλλοίμονο στους Νέους”
Αντιγόνη (1961)
Ο Γιώργος Τζαβέλλας επιχειρεί μια πρώτη συντεταγμένη προσπάθεια κινηματογράφησης αρχαίας τραγωδίας, βασισμένος στο έργο του Σοφοκλή και οδηγώντας την Ειρήνη Παπά σε μία από τις καλύτερες ερμηνείες-παρακαταθήκη του μεγάλου της ταλέντου. Δίπλα της, στο ρόλο της Ισμήνης η Μάρω Κοντού, με τον Τζαβέλλα να την κινηματογραφεί με ένα “σκληρό φως”, αποσπώντας ερμηνεία ακόμα και από τις σιωπές της, και φυσικά δουλεύοντας αριστοτεχνικά την κάμερά του στις σκηνές πλατώ-εσωτερικών χώρων. Η ταινία ήταν υποψήφια για Χρυσή Άρκτο στο Φεστιβάλ Βερολίνου ενώ η Ειρήνη Παπά κέρδισε το βραβείο γυναικείας ερμηνείας στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης.

Ειρήνη Παπά και Μάρω Κοντού στην Αντιγόνη (1961)
Η δε γυνή να φοβήται τον άνδρα (1965)
Κάθε κινηματογραφική περίοδος έχει τις κορυφές της, και δεν είναι λίγοι εκείνοι που θεωρούν την Η δε γυνή να φοβήται τον άνδρα, σε σενάριο και σκηνοθεσία Γιώργου Τζαβέλλα, μία από τις κορυφαίες στιγμές του ελληνικού κινηματογράφου. Παρά την αρχικά συγκρατημένη εμπορική της υποδοχή, αυτή η ηθογραφική κωμωδία με νεορεαλιστικές αποχρώσεις σατιρίζει, στην ουσία, το τέλος μιας ολόκληρης εποχής και την απαρχή της γυναικείας χειραφέτησης, αντιτάσσοντας στις παράλογες αξιώσεις του «αφέντη-άνδρα» το στεντόρειο «Σκασμός εσύ, Αντωνάκη μου!». Ένα φιλμ που κινείται με θαυμαστή φυσικότητα από τη φάρσα έως το μελόδραμα, με τη σκηνή του τραγουδιού στο παράθυρο και το συναισθηματικά φορτισμένο φινάλε να μας υπενθυμίζουν πως οι ανεπιτήδευτες ερμηνείες που αποσπά ο Τζαβέλλας από τον Γιώργο Κωνσταντίνου και τη Μάρω Κοντού, ως ζεύγος Κοκοβίκου, θα εξακολουθούν να μας αφορούν έως την αιωνιότητα.

Το ζεύγος Κοκοβίκου (Γιώργος Κωνσταντίνου-Μάρω Κοντού)
Ο Στρίγγλος που έγινε αρνάκι (1968)
Ο Αλέκος Σακελλάριος μεταφέρει στον κινηματογράφο μία ακόμη θεατρική επιτυχία, γραμμένη από κοινού με τον Χρήστο Γιαννακόπουλο. Στην ουσία, πρόκειται για μια μολιερική ιστορία μεταστροφής: ένας δύστροπος χήρος πλοίαρχος και αυταρχικός οικογενειάρχης (Λάμπρος Κωνσταντάρας) έρχεται αντιμέτωπος με τη νέα οικονόμο του σπιτιού (Μάρω Κοντού), η οποία επιχειρεί να βάλει σε τάξη ένα νοικοκυριό αναστατωμένο από την παρουσία των τριών ατίθασων γιων του. Γρήγοροι ρυθμοί, στιγμές σλάπστικ και ένα χαρακτηριστικά μαύρο χιούμορ, το οποίο εξισορροπείται από την κανταδόρικη διάθεση της μουσικής του Γιώργου Κατσαρού και από ντουέτα όπως το «Στο παλιό το ταβερνάκι».

Μάρω Κοντού και Λάμπρος Κωνσταντάρας στην ταινία “Ο Στρίγγλος που έγινε αρνάκι”.
Μια Ιταλίδα απ’ την Κυψέλη (1968)
Διάσημοι για το χιούμορ τους, με τις χαρακτηριστικές σουρεαλιστικές του αποχρώσεις, οι Νίκος Τσιφόρος και Πολύβιος Βασιλειάδης σατιρίζουν στη Μια Ιταλίδα απ’ την Κυψέλη την ξενομανία που άρχισε να κυριαρχεί στα τέλη της δεκαετίας του 1960. Μεταφέροντας το θεατρικό τους έργο στη μεγάλη οθόνη, ο σκηνοθέτης Ντίνος Δημόπουλος σμίγει τον Αλέκο Αλεξανδράκη με τη Μάρω Κοντού σε μια παράλογη φάρσα γύρω από μια αυτοσχέδια «Ιταλίδα»: μια κυρία «τσιριμπίμ-τσιριμπόμ», η οποία προσφέρει άφθονες στιγμές γέλιου με τους ευρηματικούς-και ενίοτε ιδιαίτερα πικάντικους για την εποχή- γλωσσικούς σολοικισμούς της.

Μια Ιταλίδα απ’ την Κυψέλη



Leave A Comment