
Η Μαρία Παπανδρέου, καθηγήτρια στο Τμήμα Επιστημών Προσχολικής Αγωγής και Εκπαίδευσης του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης (ΑΠΘ), ξεχωρίζει ως μια κορυφαία φωνή στις σύγχρονες παιδαγωγικές προσεγγίσεις για τις μικρές ηλικίες. Διδάκτωρ Επιστημών της Αγωγής από το Πανεπιστήμιο Πατρών (2002), διευθύνει το μεταπτυχιακό πρόγραμμα «Επιστήμες της Αγωγής: Έρευνα και Πράξη σε μεταβαλλόμενα περιβάλλοντα μάθησης», εστιάζοντας στη συμμετοχική μάθηση, τις αλληλεπιδράσεις σε τυπικά, μη τυπικά και άτυπα πλαίσια, καθώς και στην ενδυνάμωση της αυτονομίας και της ανθεκτικότητας των παιδιών.
Με έμφαση στο ρόλο του «εκπαιδευτικού-ερευνητή», η κ. Παπανδρέου αντιλαμβάνεται την εκπαίδευση ως μια δυναμική διαδικασία που μαθαίνει από την επαφή με την κοινωνία, και κινείται πέρα από τα έμφυλα στερεότυπα. Η προσωπική της πορεία, από θετικές επιστήμες σε νηπιαγωγό και ερευνήτρια, αντικατοπτρίζει μια βαθιά αγάπη της για την ενίσχυση της κριτικής σκέψης, εκείνης της ποιότητας, δηλαδή, που διαμορφώνει πολίτες αυτόνομους και ολοκληρωμένους. Το Days of Art in Greece την καλωσορίζει, σε μια συνέντευξη αφιερωμένη στο έργο και το εκπαιδευτικό της όραμα.
Days of Art in Greece: Κυρία Παπανδρέου, το γνωστικό σας αντικείμενο αφορά τις σύγχρονες παιδαγωγικές προσεγγίσεις και προγράμματα προσχολικής εκπαίδευσης. Τι σημαίνει «σύγχρονες προσεγγίσεις» στις μέρες μας; Πόσο διαφορετικός είναι ο τρόπος μύησης ενός παιδιού σε θέματα εκπαίδευσης σήμερα;
Μαρία Παπανδρέου: To γνωστικό μου αντικείμενο περιλαμβάνει δυο αλληλένδετες συνιστώσες στο πεδίο της Προσχολικής εκπαίδευσης. Η πρώτη αφορά τη μελέτη θεωρητικών προσεγγίσεων για τη διδασκαλία και τη μάθηση στις μικρές ηλικίες, οι οποίες συνδιαλέγονται με το σημερινό παιδί και τις ανάγκες του, ενώ η δεύτερη εστιάζει στα προγράμματα προσχολικής εκπαίδευσης μέσω των οποίων γίνεται η σύνδεση της θεωρίας με την πράξη στο πεδίο της καθημερινής πρακτικής σε τάξεις και χώρους τυπικής και μη-τυπικής εκπαίδευσης που φιλοξενούν μικρά παιδιά. Για αυτό και το ‘σύγχρονες’ στον τίτλο. Εξετάζεται δηλαδή η μάθηση και διδασκαλία για τις μικρές ηλικίες στις σημερινές συνθήκες, κοινωνικές αλλά όχι μόνο.
Για παράδειγμα οι συμμετοχικές προσεγγίσεις αντιλαμβάνονται την διαδικασία της μάθησης ως συμμετοχή σε ποικίλες κοινωνικοπολιτισμικές καταστάσεις και πλαίσια τυπικά όπως η σχολική τάξη , μη τυπικά όπως ένα μουσείο και άτυπα όπως το οικογενειακό περιβάλλον. Οι συμμετοχικές προσεγγίσεις αντιμετωπίζουν το παιδί προσχολικής ηλικίας ως ενεργό υποκείμενο που έχει δικαιώματα και διαφοροποιημένες εμπειρίες, ικανότητες και γνώσεις. Κατά συνέπεια δίνουν έμφαση στην ουσιαστική και ενεργή συμμετοχή του κάθε παιδιού στη μαθησιακή διαδικασία και στοχεύουν στην ενδυνάμωση όλων των μαθητών μέσω της δράσης τους και της ενίσχυσης της αυτονομίας τους. Σε σχέση με το παρελθόν και το σήμερα θα πρέπει να σας πω ότι αυτές δεν είναι εντελώς καινούργιες ιδέες. Είναι ιδέες που τις διατύπωσαν μεγάλοι στοχαστές και παιδαγωγοί, όπως ο Dewey ή ο Malaguzzi και άλλοι, αλλά που ποτέ δεν εφαρμόστηκαν σε ευρεία κλίμακα στην εκπαίδευση και ειδικά στη χώρα μας. Παραμένουν επίκαιρες και τροφοδοτούνται με νέα έρευνα, η οποία παρακολουθώντας τις γρήγορες αλλαγές του σημερινού κόσμου συμβάλει στην ανάπτυξη νέων θεωριών και προσεγγίσεων που συνδιαλέγονται με τις σύγχρονες προκλήσεις που αφορούν τα παιδιά μας και την εκπαίδευσή τους.
«Για παράδειγμα σήμερα τα δικαιώματα των παιδιών καθημερινά καταπατώνται όλο και περισσότερο με τους πολέμους, την μετανάστευση, την εμπορία, την παιδική εργασία και πολλά άλλα. Αυτά τα θέματα τα τελευταία χρόνια απασχολούν ιδιαίτερα το πεδίο της παιδαγωγικής. Σε συνδυασμό μάλιστα και με την επιρροή που ασκεί η Διεθνής Σύμβασηγια τα δικαιώματα των παιδιών των Ηνωμένων Εθνών τα τελευταία χρόνια τροφοδοτείται συνεχώς η έρευνα, επηρεάζοντας τα αναλυτικά προγράμματα και σιγά-σιγά και την καθημερινή πρακτική στις τάξεις.»
Ένα άλλο παράδειγμα. Σήμερα ζούμε σε μια κοινωνία φόβου που έχει αποστροφή για το ρίσκο. Αυτό κάνει εμάς τους ενήλικες να φοβόμαστε ακόμα περισσότερο για τα παιδιά μας και να τα υπερπροστατεύουμε, χωρίς να τους επιτρέπουμε να σκοντάψουν, να δοκιμάσουν και να αποτύχουν ή να απογοητευτούν. Κι έτσι περιορίζουμε το παιχνίδι τους και γενικά την δυνατότητα αυτενέργειας. Όμως τελικά έτσι, δεν τους επιτρέπουμε να αναπτύξουν ικανότητες πολύτιμες για τη ζωή τους όπως η αυτονομία, η αυτορρύθμιση, η ανθεκτικότητα και πολλές άλλες. Η σύγχρονη έρευνα λοιπόν σε αυτό το πεδίο μελετά τι κερδίζουν τα παιδιά που ζουν και εκπαιδεύονται σε περιβάλλοντα που ευνοούν την αυτόνομη δράση, την ανάληψη και την αξιολόγηση ποικίλων ρίσκων, και έτσι αναπτύσσονται σύγχρονες προσεγγίσεις όπως είναι η εκπαίδευση και το παιχνίδι σε ανοιχτά περιβάλλοντα (πχ.,forest schools, loose parts&adventure play).
D.A.: Πότε συνέβη το σημείο καμπής; Έχουμε βρει το σύγχρονο βηματισμό;
M.Π.: Με βάση όλα αυτά που ανέφερα πριν, θα έλεγα ότι δεν υπάρχει ένα σημείο καμπής στην εκπαίδευση, οι αλλαγές στο κόσμο που ζούμε είναι συνεχείς και η εκπαίδευση πρέπει να τις παρακολουθεί.
Από την άλλη μεριά, τον σύγχρονο βηματισμό στην εκπαίδευση, στην καθημερινή πρακτική μέσα στις τάξεις, είναι πολύ δύσκολο να τον βρούμε. Για να καταφέρουμε κάτι προς αυτή την κατεύθυνση πρέπει να καταλάβουμε ότι η εκπαίδευση γενικά σε κάθε βαθμίδα πρέπει να είναι μια δυναμική διαδικασία και να ακολουθεί στενά τις ταχείες αλλαγές που συμβαίνουν στη ζωή μας σε όλα τα επίπεδα. Αν αναλογιστούμε λοιπόν ότι σήμερα τα σχολεία μας στη χώρα μας μοιάζουν σε πολύ μεγάλο βαθμό με τα σχολεία που πήγε ή δική μου γενιά και εννοώ την γενιά των άνω των 50, τότε καταλαβαίνουμε ότι το σχολείο, το ελληνικό τουλάχιστον, παραμένει σε μεγάλο βαθμό στάσιμο. Και αυτό το σχολείο σήμερα δεν λέει τίποτα στην νέα γενιά. Το σχολείο πρέπει να ‘μαθαίνει’ και να αλλάζει μαζί με την κοινωνία. Το ζήτημα αυτό όμως είναι βαθιά θεσμικό και πολιτικό.
D.A.: Διευθύνετε το μεταπτυχιακό πρόγραμμα σπουδών (ΠΜΣ): «Επιστήμες της Αγωγής: Έρευνα και Πράξη σε μεταβαλλόμενα περιβάλλοντα μάθησης». Τι σημαίνει μεταβαλλόμενα περιβάλλοντα μάθησης; Σε ποιους απευθύνεται;
Μ.Π.: Με τα προηγούμενα παραδείγματα, νομίζω ότι σας έχω δώσει ήδη μια εικόνα για τα μεταβαλλόμενα περιβάλλοντα μάθησης. Αυτό το ΠΜΣ σχεδιάστηκε λαμβάνοντας υπόψη ότι οι ραγδαίες αλλαγές (επιστημονικές, πολιτικές, τεχνολογικές, κοινωνικο-οικονομικές, και πολιτισμικές) καθιστούν επιτακτική την ανάγκη για συνεχή επαναπροσδιορισμό της εκπαίδευσης στο σύνολό της.
«Για το λόγο αυτό, η βασική επιδίωξη του ΠΜΣ είναι να εξασφαλίσει κατάλληλα εργαλεία σε εν ενεργεία και μελλοντικούς εκπαιδευτικούς αλλά και άλλους επαγγελματίες που ασχολούνται πιο διευρυμένα με τα παιδιά και την εκπαίδευσή τους,να διαχειρίζονται ευέλικτα και δημιουργικά τις όποιες αλλαγές αναπτύσσοντας μια μετασχηματιστική προοπτική για το επάγγελμά τους, αλλά και για την έρευνα στο πεδίο της εκπαίδευσης. Έτσι, αντικείμενο αυτού του ΠΜΣ είναι η παροχή εξειδικευμένης γνώσης,η οποία θα επιτρέπει σε όσους/ες το παρακολουθήσουν να εμβαθύνουν στις αλλαγές και στις σύγχρονες θεωρητικές προσεγγίσεις που μελετούναυτές τις αλλαγές, αναβαθμίζοντας τις γνώσεις και τις δεξιότητές τους.»
Οι φοιτήτριες και οι φοιτητές μας προκαλούνται συνεχώς να αναστοχάζονται πάνω σε παραδοσιακά εδραιωμένες και παρωχημένες θεωρήσεις και παραδοχές σε συνδυασμό με τα σημερινά παιδιά,να εξετάζουν κριτικά σύγχρονες διδακτικές προσεγγίσεις και μαθησιακές πρακτικές για να μπορούν να σχεδιάζουν και να υλοποιούν κατάλληλα προγράμματα, δράσεις και έρευνα σε διάφορα πλαίσια (τυπικά, μη-τυπικά) διδασκαλίας και μάθησης, προσπαθώντας να ‘απαντήσουν’σε πραγματικές και τρέχουσες ανάγκες των σημερινών παιδιών.
D.A.: Πόσο σημαντική θεωρείτε την επανεκπαίδευση ενεργών δασκάλων και νηπιαγωγών για μια νέα εκπαιδευτική στρατηγική στη δημόσια εκπαίδευση;
Μ.Π.: Η συνεχής και δια βίου εκπαίδευση είναι σήμερα αποδεκτή από όλους και όλες. Δεν αμφισβητείται. Είναι απαραίτητη ως καθημερινή πρακτική και όχι μόνο ως παρακολούθηση ενός επιμορφωτικού προγράμματος ή ακόμα και ενός ΠΜΣ. Οι εκπαιδευτικοί αναζητούν την συνεχή επαγγελματική ανάπτυξη. Ωστόσο σήμερα είναι πιο απαιτητικοί, γνωρίζουν καλύτερα τι θέλουν και αναζητούν προγράμματα που μπορούν να απαντήσουν στις ανάγκες τους και στα προβλήματα που αντιμετωπίζουν σήμερα στις τάξεις τους. Δεν ψάχνουν για μια γενική επιμόρφωση.
«Για αυτό εμείς στο ΤΕΠΑΕ πιστεύουμε, ότι αυτό το ΠΜΣ έχει σχεδιαστεί ευέλικτα ώστε να απαντάει σε τέτοιες ανάγκες. Αυτό που επίσης προσφέρει αυτό το Πρόγραμμα είναι μια ρεαλιστική σύνδεση με την σύγχρονη έρευνα επιδιώκοντας να εκπαιδεύσει , όχι μόνο αυτόν/η που θέλει να συνεχίσει σε ένα επόμενο επίπεδο σπουδών (διδακτορικές σπουδές) αλλά και κάθε εκπαιδευτικό στις σύγχρονες μεθόδους εκπαιδευτικής έρευνας. Σε αυτό το ΠΜΣ η φιλοδοξία μας είναι να συμβάλλουμε στην οικοδόμηση της ταυτότητας του/της ‘εκπαιδευτικού-ερευνητή/τριας’, διότι η εξέλιξη και η ανάπτυξη στην εκπαίδευση πρέπει και μπορεί να έρθει από τη βάση, ειδικά σε κοινωνίες σαν την δική μας όπου οι θεσμοί και η πολιτική έχουν μάλλον αποτύχει.»
Θα ήθελα να επισημάνω επιπλέον και κάτι που πιθανά να το θεωρήσετε αυτονόητο, αλλά σήμερα μάλλον δεν είναι. Πρόκειται για ένα ΠΜΣ που υλοποιείται με ‘παραδοσιακό’ τρόπο, αλλά όχι με συντηρητικά χαρακτηριστικά. Τι θέλω να πω; Αντίθετα με την τρέχουσα μόδα των εξ αποστάσεως προγραμμάτων, εμείς επιμένουμε στη δια ζώσης διδασκαλίαμε μικρό σχετικά αριθμό εκπαιδευόμενων, επιδιώκοντας σε μεγάλο βαθμό και την βιωματική εκπαίδευσητων φοιτητών/τριών μας. Παρόλο που η εξ αποστάσεως διδασκαλία είναι πιο εύκολη και βολική για όλους διδάσκοντες/ουσες και εκπαιδευόμενους/ες, σε αυτό το ΠΜΣ επιμένουμε συνειδητά στη δια ζώσης διδασκαλία, καθώς ακόμα και οι πιο εξιδεικευμένες πρακτικές στην εξ αποστάσεως διδασκαλία δεν μπορούν να αντικαταστήσουν την δια ζώσης επικοινωνία και την ανάπτυξη στενών σχέσεων τόσο μεταξύ εκπαιδευόμενων όσο και τις σχέσεις τους με τους/τις διδασκοντες/ουσες.

D.A.: Στα εκπαιδευτικά σας προγράμματα υπάρχει η έννοια της συμπερίληψης. Σε ποιες ομάδες πληθυσμού ακριβώς αναφέρεστε;
Μ.Π.: Η έννοια της συμπερίληψης, ειδικά στην εκπαίδευση,αναφέρεται στη δημιουργία ενός περιβάλλοντος όπου κάθε παιδί, ανεξάρτητα από τα χαρακτηριστικά του, θα έχει ίσες ευκαιρίες συμμετοχής, πρόσβασης και εξέλιξης στο σχολείο. Δεν αφορά μόνο την απλή ανοχή, αλλά την ενεργή αποδοχή και την εξάλειψη των όποιων εμποδίων.
Αν και η συμπερίληψη αφορά το σύνολο της κοινωνίας, επικεντρώνεται κυρίως σε ομάδες που ιστορικά ή κοινωνικά έχουν υποστεί αποκλεισμούς, διακρίσεις ή περιθωριοποίηση και εδώ βρίσκονται πολλές και διαφορετικές ομάδες όπως εθνοτικές και φυλετικές μειονότητες (πρόσφυγες και μετανάστες, οικογένειες Ρομά η άλλες μειονοτικές ομάδες), η ΛΟΑΤΚΙ+ Κοινότητα, οικογένειες με χαμηλό βιοτικό επίπεδο και ευαλωτότητα που δύσκολα τα βγάζουν πέρα, άτομα με ειδικές μαθησιακές ανάγκες ή με κάποια αναπηρία, αλλά και οι γυναίκες και οι ηλικιωμένοι.
Έτσι η συμπερίληψη σήμερα χρησιμοποιείται σε ποικίλα πλαίσια και καταστάσεις και σε πολύ μεγάλο βαθμό. Δυστυχώς όμως πολλές φορές η χρήση αυτή είναι επιφανειακή, για να προσδώσει κύρος και δημοκρατική διάσταση σε διάφορες επιλογές και έτσι έχει αρχίσει να μοιάζει με ένα ακόμα σλόγκανστο πεδίο της εκπαίδευσης.
«Η αλήθεια είναι ότι στη δική μας κοινωνία δεν διαθέτουμε τις υποδομές, τους θεσμούς, και τη θέληση για πραγματική συμπερίληψη στην εκπαίδευση, επειδή ακριβώς δεν υπάρχει μια ενιαία στρατηγική που να ενισχύει τους θεσμούς, τους μηχανισμούς και τις υποδομές αποτελεσματικά, να τους ελέγχει και να τους προασπίζει.»
Από την άλλη μεριά οφείλουμε να εκπαιδεύουμε τους εκπαιδευτικούς και τους μελλοντικούς/ες ερευνητές και ερευνήτριες και σε αυτά τα ζητήματα διότι η διαφορετικότητα στις τάξεις είναι μια πραγματικότητα που πάντοτε υπήρχε, αλλά σήμερα δεν μπορούμε πια απλά να της γυρίσουμε την πλάτη. Μας φωνάζει, μας τραβάει από το μανίκι, να κάνουμε κάτι. Επομένως δεν θα μπορούσε να λείπει αυτή η διάσταση από ένα σύγχρονο ΠΜΣ. Το ευχάριστο είναι όμως ότι υπάρχει ένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον από τις φοιτήτριες και τους φοιτητές μας και για αυτό το πεδίο έρευνας και μελέτης. Τα νέα παιδιά θα έλεγα ότι είναι πολύ πιο ευαίσθητα σε όλα αυτά τα θέματα και αντιμετωπίζουν με πολύ μεγαλύτερο σεβασμό την όποια διαφορετικότητα.

Μαρία Παπανδρέου
D.A.: Θα θέλαμε κλείνοντας να σας ρωτήσουμε για τη δική σας προσωπική πορεία στο χώρο της εκπαίδευσης. Γιατί επιλέξατε αυτόν τον πολύ ιδιαίτερο και απαιτητικό επιστημονικό χώρο;
Μ.Π.: Η επιλογή να ασχοληθώ με την εκπαίδευση ήταν συνειδητή αλλά και αρκετά διαισθητική στην αρχή και άργησε να ωριμάσει. Θα πρέπει να σας πω ότι δεν ξεκίνησα να σπουδάζω για να γίνω ‘δασκάλα’. Ήμουν μια καλή μαθήτρια με κλίση και ενδιαφέρον για τις θετικές επιστήμες, πέρασα με άνεση στη σχολή της επιλογής μου (τότε), μία από τις καλές σχολές των θετικών επιστημών αλλά γρήγορα αντιλήφθηκα ότι δεν θέλω να κάνω κάτι τέτοιο στη ζωή μου. Οπότε η ουσιαστική αναζήτηση ‘τι θέλω να κάνω στη ζωή μου’ ξεκίνησε με καθυστέρηση. Κάπως διαισθητικά επέλεξα να σπουδάσω νηπιαγωγός και από εκεί σε συνδυασμό με ανθρώπους που με ενέπνευσαν αγάπησα την έρευνα σε αυτό το πεδίο και έτσι συνέχισα τις σπουδές μου στη Γαλλία και στην Ελλάδα πάλι αργότερα. Θα έλεγα ότι αγάπη για την έρευνα στο πεδίο της εκπαίδευσης με έκαναν να βρεθώ αργότερα στην Ανώτατη Εκπαίδευση.
D.A.: Το θέμα του φύλου είναι καθοριστικό για την άσκηση του επαγγέλματος του εκπαιδευτικού;
Μ.Π.: Το επάγγελμα του/της εκπαιδευτικού υποφέρει διαχρονικά από έμφυλα στερεότυπα. Η κοινωνία μας μέσω αυτών θεωρεί τις γυναίκες πιο κατάλληλες για την άσκηση αυτού του επαγγέλματος ειδικά για τις μικρές ηλικίες (νηπιαγωγείο, δημοτικό). Για αυτό και βλέπουμε το γυναίκειο φύλο να πρωταγωνιστεί στην εκπαίδευση και όσο κατεβαίνουμε βαθμίδα (προσχολική) βλέπουμε να κυριαρχεί. Για παράδειγμα, συχνά ακούμε, ακόμα και σήμερα, ότι η δουλειά της δασκάλας είναι μια καλή επιλογή για μια γυναίκα για διάφορους λόγους που τους γνωρίζετε και που υποτιμούν σοβαρά το γυναικείο φύλο. Για παράδειγμα επειδή θα «μπορεί να προσέχει το σπίτι και τα παιδιά» κλπ. κλπ., και επειδή μια γυναίκα δεν χρειάζεται να γίνει γιατρός ή μηχανικός. Από την άλλη μεριά, για ένα άντρα το γίνει δάσκαλος δεν λειτουργεί ως παραίνεση, γιατί θεωρείται χωρίς περιστροφές ένα επάγγελμα που δεν προσδίδει αίγλη σε όποιον το ασκεί.
Στην ουσία αυτή η αντιμετώπιση και στην μια και στην άλλη περίπτωση υποτιμά βαθιά την ίδια την εκπαίδευση και τους/τις εκπαιδευτικούς, οι οποίοι/ες δυστυχώς δεν χαίρουν ιδιαίτερης εκτίμησης από την κοινωνία, και αυτό γίνεται χειρότερο όσο κατεβαίνουμε βαθμίδα. Μια κοινωνία όμως που σκέφτεται έτσι είναι βαθιά συντηρητική και σίγουρα δεν αναγνωρίζει την κεφαλαιώδη σημασία της εκπαίδευσης για την αντιμετώπιση πολλών προβλημάτων που μας τυραννούν καθημερινά σε προσωπικό και παγκόσμιο επίπεδο. Το φύλο δεν θα ήθελα να το βάλω καθόλου σε αυτή την εξίσωση.
Όσον αφορά εμένα, το φύλο και τα στερεότυπα που προανέφερα δεν είχε καμία σημασία για τις επιλογές μου και τη σύνδεσή μου με την εκπαίδευση. Ευτυχώς μεγάλωσα σε ένα οικογενειακό μου περιβάλλον που δεν ασπάστηκε ποτέ τέτοιες ιδέες.
D.A.: Ποια βιβλία, έργα τέχνης, πόσο το οικογενειακό σας περιβάλλον, σας επηρέασαν στην επιλογή σας; Ποιο είναι το δικό σας όραμα; Πόσο η εκπαίδευση στα πρώτα βήματα ενός παιδιού μπορεί να διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο για έναν ώριμο και ολοκληρωμένο πολίτη;
M.Π.: Η οικογένεια μου δεν με επηρέασε κατευθύνοντας με κάποιο συγκεκριμένο τρόπο σε αυτό το επάγγελμα, το αντίθετο θα έλεγα. Η οικογένεια μου και το ευρύτερο περιβάλλον μου με έμαθε να αγαπάω τη γνώση, τα βιβλία, να ρωτάω και να ψάχνω όχι έτοιμες απαντήσεις αλλά να σκέπτομαι κριτικά, να είμαι δίκαιη, δημιουργική και αυτόνομη, να στέκομαι στα πόδια μου με τις δικές μου δυνάμεις και πάνω από όλα να κυνηγάω τα όνειρά μου. Θα έλεγα ότι η εκπαίδευση αυτό το ρόλο πρέπει να έχει και αυτό ξεκινάει από πολύ νωρίς, στα πρώτα βήματα ενός παιδιού.
«Η δουλειά του σχολείου δεν είναι να γεμίζει τα κεφάλια των παιδιών με πληροφορίες, το σχολείο έχει ένα σπουδαίο ρόλο, να κάνει τα μυαλά των παιδιών να δουλεύουν αυτόνομα, και για να το καταφέρει αυτό όλα τα παιδιά πρέπει να χαίρονται και να περνάνε καλά στο σχολείο, να βρίσκουν και να κυνηγάνε τα όνειρά τους.»



Leave A Comment