Με αφορμή τη συνέντευξή της στο Days of Art in Greece, η Κατερίνα Κωστίου, Καθηγήτρια Βυζαντινής και Νεοελληνικής Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Πατρών και ιδρύτρια του Εργαστηρίου Αρχειακών Τεκμηρίων και Τύπου (ΕΑΤΤ), αναδεικνύει το λογοτεχνικό αρχείο ως ζωντανό πεδίο παραγωγής γνώσης και όχι ως απλή αποθήκη του παρελθόντος.

Με ερευνητικό έργο που εκτείνεται στις καβαφικές σπουδές, στη θεωρία της λογοτεχνίας και στη νεοελληνική λογοτεχνία του 19ου έως του 21ου αιώνα, η κ. Κωστίου συνδέει την αρχειακή έρευνα με τη διδασκαλία, την εκπαίδευση νέων ερευνητών και τη δημόσια διάδοση της λογοτεχνίας, αναδεικνύοντας τον ρόλο του πανεπιστημιακού αρχείου στη διάσωση και την ανανέωση της μελέτης της λογοτεχνικής κληρονομιάς.

Days of Art in Greece: Αγαπητή κυρία Κωστίου, το Εργαστήριο Αρχειακών Τεκμηρίων και Τύπου ιδρύθηκε το 2016 με δική σας πρωτοβουλία. Ποια ήταν η αρχική σας σύλληψη για τον ρόλο ενός λογοτεχνικού αρχείου ενταγμένου σε τμήμα φιλολογίας και πώς εξελίχθηκε ο θεσμικός και ερευνητικός του προσανατολισμός μέσα στη δεκαετία;

Kατερίνα Κωστίου: Η ίδρυση του Εργαστηρίου Αρχειακών Τεκμηρίων και Τύπου το 2016 υπήρξε αποτέλεσμα μιας πεποίθησης που είχε διαμορφωθεί σταδιακά μέσα από την προσωπική μου ερευνητική εμπειρία: ότι το λογοτεχνικό αρχείο δεν είναι απλώς ένας χώρος όπου φυλάσσεται το παρελθόν, αλλά ένας προνομιακός τόπος παραγωγής νέας γνώσης. Η φιλολογική έρευνα, όπως την αντιλαμβάνομαι, δεν μπορεί να περιορίζεται στην ερμηνεία του δημοσιευμένου έργου. Οφείλει να ενδιαφέρεται και για τις διαδικασίες που προηγούνται της δημοσίευσης, για τις διαδρομές της γραφής, για τα δίκτυα επικοινωνίας των δημιουργών, για το ιστορικό και πολιτισμικό περιβάλλον μέσα στο οποίο διαμορφώνεται η λογοτεχνία.

Με αυτή την έννοια, το αρχείο μάς επιτρέπει να μετακινηθούμε από το ολοκληρωμένο έργο προς το εργαστήριο της δημιουργίας του. Ένα χειρόγραφο, μια επιστολή, ένα προσχέδιο, ακόμη και μια φαινομενικά ασήμαντη σημείωση, μπορεί να μεταβάλει ουσιαστικά τον τρόπο με τον οποίο κατανοούμε ένα κείμενο ή μια ολόκληρη συγγραφική διαδρομή. Και αυτό ακριβώς ήταν το αρχικό μου όραμα: να δημιουργηθεί μέσα στο Πανεπιστήμιο Πατρών ένας χώρος όπου τα αρχειακά τεκμήρια δεν θα αντιμετωπίζονται ως μουσειακά αντικείμενα, αλλά ως ενεργό υλικό έρευνας και εκπαίδευσης.

Η δεκαετής πορεία του ΕΑΤΤ επιβεβαίωσε, νομίζω, τη σημασία αυτής της επιλογής. Η εξέλιξή του δεν ήταν απλώς ποσοτική. Εκείνο που θεωρώ σημαντικότερο είναι ότι σταδιακά διαμορφώθηκε μια αντίληψη για το αρχείο ως πεδίο συνάντησης διαφορετικών επιστημονικών προσεγγίσεων, αλλά και ως χώρο επικοινωνίας του Πανεπιστημίου με την κοινωνία.

«Η πολιτιστική δημοκρατία δεν εξαντλείται στη δυνατότητα να δει κανείς ένα τεκμήριο. Αρχίζει πραγματικά όταν αποκτά τη δυνατότητα να το προσεγγίσει κριτικά, να θέσει νέα ερωτήματα και να συμμετάσχει στον διάλογο γύρω από το παρελθόν.»

Θα έλεγα ότι η πορεία αυτή σηματοδοτεί μια μετατόπιση από τη συγκέντρωση και διαφύλαξη των τεκμηρίων προς τη συστηματική επιστημονική και δημόσια αξιοποίησή τους. Η αρχειακή έρευνα συνδέεται πλέον με τη διδασκαλία, με την εκπαίδευση νέων ερευνητών, με εκδόσεις, επιστημονικές συναντήσεις και δράσεις που απευθύνονται σε ευρύτερα ακροατήρια.

Βεβαίως, η ανάπτυξη ενός τέτοιου εγχειρήματος μέσα σε ένα ελληνικό δημόσιο πανεπιστήμιο δεν είναι αυτονόητη. Απαιτεί διαρκή προσπάθεια, συνεργασίες, ανθρώπινο δυναμικό, οικονομικούς πόρους και, κυρίως, μακροπρόθεσμο σχεδιασμό. Ωστόσο, πιστεύω ότι η εμπειρία αυτών των δέκα χρόνων έχει δείξει πως ένα πανεπιστημιακό εργαστήριο μπορεί να συμβάλει ουσιαστικά όχι μόνο στη διάσωση της λογοτεχνικής κληρονομιάς, αλλά και στην ανανέωση των τρόπων με τους οποίους τη μελετούμε και τη διδάσκουμε.

D.A.: Το πρώτο αρχείο που παραχωρήθηκε ήταν του Αργύρη Χιόνη (2017) και ακολούθησαν σημαντικά λογοτεχνικά και περιοδικά αρχεία. Πώς προσεγγίζετε τη διαδικασία παραχώρησης από συγγραφείς και κληρονόμους, ποια κριτήρια θέτετε για την απόκτηση νέων αρχείων και πώς διαχειρίζεστε ζητήματα όπως η ηθική χρήση, τα πνευματικά δικαιώματα και η μακροπρόθεσμη αξιοποίηση του υλικού;

Κ.Κ.: Η παραχώρηση ενός προσωπικού αρχείου είναι, πριν από οτιδήποτε άλλο, μια πράξη εμπιστοσύνης. Ο δημιουργός ή οι κληρονόμοι του εμπιστεύονται σε έναν φορέα όχι απλώς ένα σύνολο εγγράφων, αλλά ένα μέρος της προσωπικής και πνευματικής ιστορίας ενός ανθρώπου. Συχνά πρόκειται για υλικό που δεν προοριζόταν εξαρχής για δημοσιοποίηση: ιδιωτική αλληλογραφία, ημερολόγια, προσωπικές σημειώσεις, ανέκδοτα κείμενα. Καταλαβαίνετε, επομένως, ότι η ευθύνη που αναλαμβάνει ο φορέας υποδοχής είναι πολύ μεγαλύτερη από την υποχρέωση της ασφαλούς φύλαξης.

Η σχέση με τους δημιουργούς και τους κληρονόμους πρέπει να στηρίζεται στον αμοιβαίο σεβασμό, στη διαφάνεια και στη σαφήνεια των όρων παραχώρησης. Είναι σημαντικό να γνωρίζουν τι πρόκειται να συμβεί στο υλικό, με ποιον τρόπο θα ταξινομηθεί, ποιοι θα έχουν πρόσβαση σε αυτό και υπό ποιες προϋποθέσεις θα μπορεί να χρησιμοποιηθεί ή να δημοσιευθεί. Η απόκτηση ενός αρχείου δεν συνεπάγεται και την απόκτηση των πνευματικών δικαιωμάτων του περιεχομένου του. Πρόκειται για διαφορετικά ζητήματα, τα οποία πρέπει να αντιμετωπίζονται με ιδιαίτερη προσοχή, όπως άλλωστε και η προστασία των προσωπικών δεδομένων και των δικαιωμάτων τρίτων προσώπων.

Ως προς τα κριτήρια επιλογής, δεν πιστεύω ότι η αξία ενός αρχείου καθορίζεται αποκλειστικά από τη θέση του δημιουργού στον καθιερωμένο λογοτεχνικό κανόνα. Ασφαλώς η σημασία του έργου αποτελεί βασικό κριτήριο, αλλά εξίσου ενδιαφέρουσα μπορεί να είναι η δυνατότητα ενός αρχείου να φωτίσει άγνωστες όψεις της λογοτεχνικής ιστορίας, να αναδείξει σχέσεις μεταξύ δημιουργών, να τεκμηριώσει την ιστορία ενός περιοδικού ή να ανασυνθέσει ένα πνευματικό περιβάλλον. Ιδιαίτερα τα αρχεία περιοδικών μάς επιτρέπουν να παρακολουθήσουμε τη λογοτεχνία όχι μόνο ως άθροισμα ατομικών δημιουργιών, αλλά και ως πεδίο συλλογικών διεργασιών, αντιπαραθέσεων και αισθητικών ζυμώσεων.

Υπάρχει, όμως, και μια άλλη παράμετρος που θεωρώ καθοριστική: η δυνατότητα ουσιαστικής αξιοποίησης του υλικού. Η συγκέντρωση αρχείων δεν μπορεί να αποτελεί αυτοσκοπό. Κάθε νέα παραχώρηση δημιουργεί υποχρεώσεις ταξινόμησης, τεκμηρίωσης, συντήρησης και, όπου είναι εφικτό, ψηφιοποίησης. Ένα αρχείο που παραμένει αταξινόμητο και απρόσιτο κινδυνεύει να μετατραπεί σε έναν ακόμη χώρο αποθήκευσης της μνήμης.

Επομένως, το ζητούμενο είναι να εξασφαλίζονται οι προϋποθέσεις ώστε το υλικό να εντάσσεται σταδιακά στην ερευνητική και εκπαιδευτική διαδικασία, με σεβασμό πάντοτε στους περιορισμούς που επιβάλλει η φύση του. Και εδώ ανακύπτει ένα ευρύτερο πρόβλημα: η ανάγκη μιας συγκροτημένης πολιτικής για τα λογοτεχνικά αρχεία στην Ελλάδα, με θεσμική υποστήριξη, εξειδικευμένο προσωπικό και σταθερή χρηματοδότηση.

«Το αρχείο μάς επιτρέπει να μετακινηθούμε από το ολοκληρωμένο έργο προς το εργαστήριο της δημιουργίας του.»

Θα ήθελα, πάντως, να επισημάνω κάτι ακόμη. Κάθε αρχείο είναι ένας άγνωστος βυθός. Ακόμη και όταν πιστεύουμε ότι γνωρίζουμε καλά έναν συγγραφέα, η επαφή με τα τεκμήριά του μπορεί να μας οδηγήσει σε απροσδόκητες ανακαλύψεις και να ανατρέψει παγιωμένες ερμηνείες. Αυτή η δυνατότητα αναθεώρησης της γνώσης είναι, για μένα, ένα από τα πιο γοητευτικά χαρακτηριστικά της αρχειακής έρευνας.

D.A.: Ο τίτλος της επετειακής δράσης συνδέει το αρχείο με την εκπαίδευση και την «πολιτιστική δημοκρατία», ενώ παράλληλα οργανώνεται διεθνής συνάντηση για την αρχειακότητα στην ψηφιακή εποχή. Πώς ορίζετε εσείς την έννοια της «πολιτιστικής δημοκρατίας» σε σχέση με τα λογοτεχνικά αρχεία και ποια πιστεύετε ότι είναι η συμβολή ενός πανεπιστημιακού εργαστηρίου όπως το ΕΑΤΤ στη διεύρυνση της πρόσβασης, της συμμετοχής και της ερμηνευτικής κοινότητας γύρω από τη νεοελληνική λογοτεχνία;

K.K.: Η έννοια της πολιτιστικής δημοκρατίας βρίσκεται, κατά τη γνώμη μου, στον πυρήνα του προβληματισμού για τον κοινωνικό ρόλο των αρχείων. Δεν αφορά μόνο το δικαίωμα πρόσβασης στην πολιτιστική κληρονομιά, όσο σημαντικό και αν είναι αυτό. Αφορά επίσης τη δυνατότητα των ανθρώπων να συμμετέχουν ενεργά στην παραγωγή, στην ερμηνεία και στην αναδιαμόρφωση της πολιτισμικής μνήμης.

Τα αρχεία δεν είναι ουδέτεροι χώροι. Η συγκρότησή τους προϋποθέτει επιλογές: τι θεωρούμε άξιο διαφύλαξης, ποια τεκμήρια ταξινομούμε, ποιες φωνές αναδεικνύουμε και ποιες αφήνουμε στο περιθώριο. Με άλλα λόγια, το αρχείο δεν αποτυπώνει απλώς μια ήδη διαμορφωμένη εικόνα του παρελθόντος· συμμετέχει ενεργά στη συγκρότησή της. Γι’ αυτό και η αρχειακή πολιτική συνδέεται αναπόφευκτα με ζητήματα εξουσίας, αντιπροσώπευσης και πρόσβασης στη γνώση.

Από αυτή την άποψη, η πολιτιστική δημοκρατία προϋποθέτει μια μετατόπιση από την αντίληψη της πολιτιστικής κληρονομιάς ως προνομιακού πεδίου των ειδικών προς την αντίληψή της ως κοινού αγαθού. Αυτό δεν σημαίνει υποτίμηση της επιστημονικής εξειδίκευσης. Αντιθέτως, η επιστημονική τεκμηρίωση είναι εκείνη που καθιστά δυνατή την ουσιαστική και υπεύθυνη πρόσβαση. Σημαίνει, όμως, ότι η γνώση που παράγεται μέσα στο Πανεπιστήμιο δεν πρέπει να παραμένει αποκλειστικά στο εσωτερικό της ακαδημαϊκής κοινότητας.

Εδώ ακριβώς θεωρώ ότι η εκπαίδευση μπορεί να διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο. Η επαφή των φοιτητών με τα πρωτογενή τεκμήρια δημιουργεί διαφορετικές σχέσεις με τη λογοτεχνία. Το χειρόγραφο ενός ποιήματος, για παράδειγμα, μας επιτρέπει να παρακολουθήσουμε τη διαδικασία της γραφής, να αντιληφθούμε τις επιλογές και τις αναθεωρήσεις του δημιουργού, να κατανοήσουμε ότι το λογοτεχνικό έργο δεν εμφανίζεται ως κάτι δεδομένο και οριστικό, αλλά είναι αποτέλεσμα μιας σύνθετης δημιουργικής διαδικασίας. Το αρχείο, επομένως, μπορεί να λειτουργήσει και ως ένα εξαιρετικά γόνιμο παιδαγωγικό εργαλείο.

Η ψηφιακή εποχή προσφέρει ασφαλώς νέες δυνατότητες. Η ψηφιοποίηση και η διαδικτυακή διάθεση τεκμηρίων μπορούν να διευρύνουν θεαματικά το κοινό ενός αρχείου, υπερβαίνοντας γεωγραφικούς και θεσμικούς περιορισμούς. Δεν θα πρέπει, ωστόσο, να ταυτίσουμε την ψηφιοποίηση με τον εκδημοκρατισμό της γνώσης. Η τεχνολογία είναι ένα εργαλείο, όχι αυτοσκοπός. Το κρίσιμο ερώτημα είναι ποιο υλικό ψηφιοποιείται, πώς τεκμηριώνεται, ποιος μπορεί να το αναζητήσει και, κυρίως, αν διαθέτει τα μέσα για να το κατανοήσει και να το αξιοποιήσει.

Αυτός είναι και ένας από τους λόγους για τους οποίους θεωρώ ιδιαίτερα σημαντική τη διεθνή επιστημονική συνάντηση για την αρχειακότητα στην ψηφιακή εποχή. Ζούμε σε μια περίοδο κατά την οποία η παραγωγή και η κυκλοφορία ψηφιακών τεκμηρίων μεταβάλλουν ριζικά όχι μόνο τις πρακτικές διαφύλαξης της μνήμης, αλλά και την ίδια την έννοια του αρχείου. Το ερώτημα δεν είναι πλέον μόνο πώς θα διασώσουμε τα τεκμήρια του παρελθόντος, αλλά και πώς θα διαχειριστούμε τη μνήμη που παράγεται σήμερα, σε ένα περιβάλλον υπερπληθώρας πληροφοριών, τεχνολογικής διαμεσολάβησης και διαρκούς μεταβολής των τρόπων πρόσβασης στη γνώση.

Στην περίπτωση του ΕΑΤΤ, επιδίωξή μας είναι να συνδέσουμε αυτές τις θεωρητικές αναζητήσεις με συγκεκριμένες πρακτικές: την επιστημονική επεξεργασία των συλλογών, την εκπαίδευση νέων ερευνητών, την ανάπτυξη συνεργασιών, τις εκδόσεις και τις δημόσιες δράσεις που μπορούν να φέρουν το αρχειακό υλικό σε επαφή με διαφορετικές κοινότητες αναγνωστών.

Θα έλεγα, συνοψίζοντας, ότι η πολιτιστική δημοκρατία δεν εξαντλείται στη δυνατότητα να δει κανείς ένα τεκμήριο. Αρχίζει πραγματικά όταν αποκτά τη δυνατότητα να το προσεγγίσει κριτικά, να θέσει νέα ερωτήματα και να συμμετάσχει στον διάλογο γύρω από το παρελθόν. Αν το αρχείο κατορθώσει να ενεργοποιήσει αυτή τη διαδικασία, τότε παύει να είναι απλώς ένας θεματοφύλακας της μνήμης και μετατρέπεται σε έναν ζωντανό χώρο πολιτισμού. Και αυτή θεωρώ ότι είναι μια από τις σημαντικότερες αποστολές ενός σύγχρονου πανεπιστημιακού εργαστηρίου.

Share This Story, Choose Your Platform!